Ένας Αμερικανός Φίλος

Βραβεύτηκε με το χρυσό ομοσπονδιακό βραβείο της Γερμανίας στις κατηγορίες Σκηνοθεσίας και Φωτογραφίας και το αργυρό στην κατηγορία σκηνικών.
Προτάθηκε για το βραβείο των Κανών το 1977.
Προτάθηκε για το βραβείο César στην κατηγορία καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας το 1978.

Πιο συγκεκριμένα, ο Τομ Ρίπλει είναι Αμερικάνος (ας μου πει κάποιος πού μπαίνει ο τόνος) που ζει πια στο Αμβούργο όπου και συνεχίζει την εγκληματική του καριέρα. Πουλάει σε δημοπρασίες άγνωστους πίνακες του φημισμένου ζωγράφου Ντερβάτ, ο οποίος υποτίθεται ότι έχει πεθάνει, στην πραγματικότητα όμως ζει στην Νέα Υόρκη και ζωγραφίζει πίνακες. Ο Ρίπλεϊ γνωρίζει τον Γιόναταν Τσίμερμαν και τη σύζυγό του, οι οποίοι μυρίζονται την απάτη και έτσι βάζει τον γκάνγκστερ Μινό να παραχαράξει τα ιατρικά αποτελέσματα του Τσίμερναν, για να τον κάνει να πιστέψει ότι είναι βαριά άρρωστος και να τον χρησιμοποιήσει. Ο Τσίμερμαν παγιδεύεται από τον Αμερικάνο, ο οποίος του υπόσχεται ότι όταν πεθάνει θα φροντίσει για την οικονομική βοήθεια της οικογένειάς του. Ως όρο, όμως, του αναθέτει να σκοτώσει …
ec7c28685502249c32ad0c71ec17bebe36d11dec61b12ce04d4b7b7c9f5752892589a22d617c70fac7ee8eaf2be51018

Ένας οικογενειάρχης λοιπόν που διεγείρεται από την ιδέα να γίνει δολοφόνος και ένας Αμερικανός κάου-μπόι έμπορος τέχνης που διεγείρεται από την ιδέα ν΄ αποκτήσει ένα φίλο.
Ο Βιμ Βέντερς φαίνεται να μην ενδιαφέρεται για την πλοκή και την εξυπηρέτηση κάποιου «ανώτερου σκοπού» παρά για το καδράρισμα του παράλογου στοιχείου που ζει μέσα σε διαφορετικούς ήρωες, οι οποίοι δομούνται και αποδομούνται σε φόντο εξπρεσσιονισμού. Εξπρεσσιονισμού στα όρια της αντοχής όσων αγαπούν το πραγματικό.
Έντονη συναισθηματική αγωνία που ντύθηκε υπέροχα με μουσική του Γιούργκεν Κνίπερ. Συναισθηματική αγωνία, όμως, που δεν οδήγησε σε κάθαρση.
Θα ήταν παράλειψη ωστόσο να μην αναφέρω ότι αρκετές φορές μας οδήγησε στο γέλιο. Κι αυτό ήταν ευχάριστα μη αναμενόμενο.
pegasus_LARGE_t_1581_106656596

Σκηνοθεσία που, τουλάχιστον στο δεύτερο μισό, κατάφερε να αναδείξει με επιτυχία τη μουντή και υγρή ατμόσφαιρα του λιμανιού του Αμβούργου, τις θεάσεις μοναξιάς από μπαλκόνια καταθλιπτικών κατοίκων και τις χαμένες σκέψεις των χρηστών του μετρό στο Παρίσι ως αλληγορία του λαβυρίνθου της ζωής.

Βγήκα χτες από το θερινό στο Θησείο και είπα ότι δε μ΄ άρεσε γιατί με κούρασε το παράλογο για το παράλογο.
Όμως, σήμερα, ακόμη την έχω ξεκάθαρα στο μυαλό μου και συζητάω γι΄ αυτήν.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *