ΑΓΓΙΓΜΑ ΜΟΝΑΞΙΑΣ

Κάνει ζέστη και σέρνω το σώμα μου απ΄ το κάθισμα σε μια πηγή νερού.
Κάπως έτσι βαφτίζω τη βρύση.
Μεσ΄ τη μοναξιά μου, ονοματίζω πράγματα, συμπεριφορές και καταστάσεις, σαν αποτύπωση για το τι έχει γίνει, λες και θα διορθώσω το χθες ή το σήμερα αν βρω τις κατάλληλες λέξεις.
Κάποτε ονόμαζα το σώμα μου ναό, ναό της ψυχής μου.
Το σεβόμουν πολύ. Κι ας το χάριζα. Το θαύμαζα. Με θαύμαζα.
Μα τώρα η ψυχή μου μαύρισε και ποιός να τη φιλοξενήσει…
Μήτε το σώμα μου θέλει μήτε κανείς άλλος.

Σφραγισμένα χείλη και παύω να δίνω ορισμούς και ονόματα.
Παραδομένος, ψυχή και σώμα, σε μια ρουτίνα που δεν αφήνει περιθώρια για λάθη.
Έτσι καταφέρνω να μη φορτώνομαι νέες πληγές. Όχι ρίσκα. Όχι άλλα λάθη. Όχι άλλες κριτικές για το πώς τα ΄κανα.
Τι κάνεις; …με ρωτούν οι άνθρωποι γύρω, κουφάρια κι αυτοί, μονάχοι τους … και γνέφω καταφατικά, εννοώντας τα ίδια.
Τα ίδια κάνω. Μοναξιά, απραξία και κατάθλιψη.
Κάνω αυτά, εκτός από κάποια βράδια που κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να με διεγείρω.
Άλλοτε με φαντασίες κι άλλοτε αφήνω τα δάκρυα να μου κάψουν τα μάγουλα, να νιώσω τον πόνο ολοκληρωτικά. Αρκεί να νιώσω. Κάτι να νιώσω εκτός από τούτη τη ζέστη.

Το χέρι μου. Αυτό είναι η μόνη βοήθεια και θαλπωρή που μου έχει απομείνει.
Κοιτάζομαι στον καθρέπτη και το παρατηρώ να μου χαϊδεύει τα μαλλιά και ν΄ αγγίζει το πρόσωπό μου αργά σε διάφορα σημεία σα να μη του δίνω εγώ εντολές.
Εκείνο αγγίζει. Σπανίως και το υπόλοιπο σώμα.
Είναι μάλλον η αυτορρύθμιση που μου ΄λέγε κάποτε η Δήμητρα. Η αυτορρύθμιση. Γιατί ποιός αντέχει να μην αγγίζεται;
Η ψυχή μου η μαύρη, πάντως, δεν αντέχει.


Γράφει η Βίκυ Χύτα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *