ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΗ

Έβαζα κρασί κάθε βράδυ και μ’ έλυνε.
Βοηθούσε πολύ.
Η σκέψη μου σα νερό κυλούσε πάνω στο χαρτί.
Λόγια πικρά μ’ αλήθεια. Και πόνος.
Χανόταν έπειτα.
Μια που τον έγραφα, τον περιέγραφα δηλαδή, και μια που τον ρουφούσε το χαρτί.
Μάλλον ήταν η εξομολόγηση.

Κι έβγαζα συμπεράσματα.
Για τους άλλους.
Ποτέ για ‘ μένα.
Δεν μ’ έβλεπα αντικειμενικά. Αυτό ήταν το πρόβλημα.
Δεν καταλάβαινα πως δεν μπορώ ν’ απολαύσω …
και το χειρότερο ότι δεν μπορούσα να βοηθηθώ.
Από κανέναν.

Ήμουν εγώ που έπερεπε ν’ αλλάξω.
Ν’ αλλάξω θέση.
Κι ανέβηκα ψηλά. Στάθηκα. Με είδα.
Στενοχωρέθηκα.
Δεν μπορούσα να απολαύσω.
Ήταν ξεκάθαρο πια. Γι’ αυτό το ξαναγράφω.

Κατέβηκα πάλι στη θέση μου και βούτηξα στη λάσπη.
Τότε ένιωσα ότι αγωνιζόμουν.
Όταν είχα ρίξει τα τείχη. Κι είδα με βλέμμα καθαρό.

Μέχρι που μου συνέβη και τούτο.
Ερωτεύτηκα. Ελεύθερη.

Ύστερα ήρθε η ηδονή.
_______________________________________________________
γράφει η Βίκυ Χύτα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *