Γράμμα σε έναν ψυχολόγο

Ήρθα σε σένα για να βρω τον εαυτό μου…
Ήρθα σε σένα για να δω, εάν αντέχω τον εαυτό μου…
Λοιπόν, νομίζω πως δε με αντέχω.
Όχι δε με αγαπάω.
Όχι δε μου αρέσω…
ΔΕ ΜΕ ΑΝΤΕΧΩ!!!!

Με βάζεις να σταθώ μπροστά σε έναν καθρέφτη και μου ζητάς να αντικρίσω το είδωλο ενός πλάσματος που δε γνωρίζω.
Τι να κοιτάξω; Τι να ψάξω; Πώς να ελπίζω πως θα βρω λύσεις μέσα στις θεόρατες πληγές του κορμιού μου;
Νιώθω πως έχω χάσει μια ολόκληρη ζωή χωρίς να με συναντήσω ποτέ…
Γιατί μου ζητάς να σκαλίσω τα σημάδια που έθαψα με αμέτρητες στρώσεις make up;
Γιατί; Η αλήθεια δεν αντέχεται…
Χόρτασα ελευθερία κι αλήθειες…

Και δε θέλω να ρίχνεις πάνω μου φωτεινές αχτίδες.
Μ΄ ακούς; Δεν μπορώ να κρύβω στο φως τις μελανιές της ανασφάλειας και της θλίψης μου.
Το σκοτάδι -το δικό μου σκοτάδι- με βολεύει.
Με κάνει να ξεχνιέμαι…
Είναι σαν ένα γιγάντιο κατάμαυρο κενό που σκοτώνει από ασφυξία όλες μου τις σκέψεις.
Δε θέλω καμία να κατοικεί πλέον μέσα μου.
Θέλω να κυκλοφορώ σαν ένα καθαρό και ανέγγιχτο σώμα.
Χωρίς μνήμη, χωρίς πνεύμα, χωρίς συνείδηση…

Γι΄ αυτό και ήρθα σε σένα…
Όπως κάθε βδομάδα. Όπως κάθε φορά.
Με την ίδια ακέραιη ανάγκη: να βρω τον εαυτό μου…
Έρχομαι ψάχνοντας να με συναντήσω στα χέρια, στα μάτια, μέσα στα μαλλιά σου, κάτω από τις σημειώσεις σου, πάνω στο πουκάμισό σου.
Έρχομαι να ακούσω τη φωνή σου και να αποκοιμηθεί το χάος μέσα μου.
Έρχομαι και φεύγω.
Φεύγω και επανέρχομαι.
Επιστρέφω και μένω εκεί.
Καρφωμένη.
Ακίνητη και αόρατη στη γωνία του γραφείου σου να ακούω ιστορίες ανθρώπινων ψυχών.
Κάθε ιστορία και μία πυγολαμπίδα.
Κάθε πυγολαμπίδα και μία χαμένη ψυχή.
Μα πώς βρέθηκε τόσο πονεμένο ανθρώπινο φως κλεισμένο στα χέρια σου;

Κι εγώ πάντοτε να έρχομαι σε σένα…να σου λέω χωρίς ντροπή πόσο αδύναμη είμαι…πόσο αδύναμη επιλέγω να είμαι…
Κι εσύ να προσπαθείς να βάλεις την ψυχή μου να κάνει τα πρώτα της βήματα…και να είναι τόσο πρωτόγνωρα πεντακάθαρο το αίσθημα να βλέπω κάποιον ξένο να κρατάει στα χέρια του την ψυχή μου για να την κάνει να σταθεί στα δύο ραγισμένα πέλματά της.
Και έτσι τώρα πια η διαδικασία της απώλειας του εαυτού μου είναι λίγο πιο ανώδυνη.
Γιατί ξέρω ότι υπάρχεις κι εσύ.
Με ηρεμεί η ιδέα της παρουσίας σου.
Ξέρω πως όσο κι αν γκρεμίζομαι, κάθε Παρασκευή στις 20.00 θα υπάρχουν τα χέρια σου ανοιχτά να με μαζέψουν…και να μου μάθουν βήμα-βήμα πως θα με ξανασυναρμολογήσω από το χάος μου.
Ευχαριστώ.

ΥΓ. Τις υπόλοιπες μέρες και ώρες απαγορεύεται ρητά η κατεδάφιση του εαυτού μου.


Agata-Materowicz-Girl-Reading-a-Letter-at-an-Open-Window

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *