ΕΤΣΙ ΞΑΦΝΙΚΑ

Ήμουν βέβαιη. Βέβαιη πως ξέρω. Όλα τα χρόνια. Για όλα.
Ποτέ δεν χρειάστηκα κλαδί. Κι ας μου προσφέρθηκε. Δεν το έπιασα.
Πίστευα η δόλια πως δεν υπάρχει θεός … και τόλμησα.
Τόλμησα ν’ αψηφίσω. Τιμωρήθηκα γι’ αυτό.
Για την ανεξαρτησία μου. Τη δήθεν.

Είχα πει τόσα.
Μα δεν ήξερα -στ’ ορκίζομαι- ότι υπήρχες εσύ. Μέχρι που φανερώθηκες.
Σαν από θαύμα.
Ένα ανεξήγητο πράγμα. Μπροστά μου. Ολοζώντανο, πύρινο, δυνατό.
Να σκίζεις τη σάρκα μου. Να βλέπεις μέσα.

Με ξεγύμνωσες.
Όρθια μα με καμπούρα. Μπαλωμένες πληγές. Τρεμάμενα χείλη.
Δες με.
Τελείωσαν τα ποτέ και τα για πάντα μου. Όλα τα μεγάλα λόγια τελειώσαν.

Με αμφισβητώ.
Δεν σε αμφισβητώ. Κι ας είσαι κληρονόμος ενός ανεξήγητου θυμού.
Έτοιμη κι ανέτοιμη. Την ίδια στιγμή. Σαν κι εσένα αγάπη μου.

Ξεχωρίζω δυο μικρές λάμψεις καρφωμένες στα μάτια σου, στα μάτια σου που μου θυμώνουν … επειδή δεν ξέρω.
Επειδή φοβάμαι πια να ξέρω τι θέλω. Σαν κι εσένα αγάπη μου.
Μεγάλο βάρος. Ανεκπλήρωτοι πόθοι.
Ξαπλώνω με μεγάλο στεναγμό. Απληροφόρητη.

Αφόρητη ζέστη.
Όχι από εκείνη που λαχταρώ, του σώματός σου. Από εκείνη που λιώνει ο νους μου.
Πρέπει ν’ αποφασίσω. Έτσι ξαφνικά.

Πάρε εσύ την ευθύνη.
Πάρε με.
Σε παρακαλώ. Πάμε μπρος.
Μη σωπαίνεις.
Πάρε με.
Δεν υπάρχει άλλος χρόνος. Ούτε χώρος.

_____________________________________________________

Γράφει η Βίκυ Χύτα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *