ΜΑΞΙΛΑΡΙ ΜΕ ΑΡΩΜΑ ΛΕΒΑΝΤΑ

Κόλλησα το μάγουλο στο μαξιλάρι. Ήθελα να ξαποστάσω για μερικά λεπτά μόνον. Δεν κατάλαβα πως πέρασε ολόκληρη η νύχτα. Και ήρθε γρήγορα και η επομένη. Δύο νύχτες εδώ. Με κολλημένο το ήμισυ του προσώπου μου σε μια μονόχρωμη μαξιλαροθήκη. Δε θυμάμαι εάν έκλεισα καθόλου τα μάτια μου.

Μα, είναι δυνατόν δυο νύχτες να μην τα έκλεισα έστω και για λίγο; Δε θυμάμαι… Δε θυμάμαι τίποτα πέρα από την ακινησία του δωματίου και τη μυρωδιά του μαλακτικού που χάιδευε απαλά τα ρουθούνια μου. Μύριζε λεβάντα και το μυαλό μου ταξίδευε σε απέραντα μωβ χωράφια της νότιας Γαλλίας. Είχα πάει μόνον μία φορά εκεί.. Καλοκαίρι.. Πριν αρκετά χρόνια.. Νέα ακόμα με ένα αγόρι που δεν αγάπησα ποτέ πολύ.

Το άρωμα της λεβάντας ξεβάφει πάνω στο δέρμα μου και μοιάζει να ποτίζει με μια βαθιά θλίψη τα κύτταρά μου.. Αμετακίνητες και σε πλήρη διαστολή οι κόρες των ματιών μου μέσα στο καινούριο σκοτάδι.. Ακούω μόνον ανάσες.. Κανένας άλλος θόρυβος από το σώμα μου.. Σα να λειτουργούν μόνον τα πνευμόνια μου πια.. Εισπνοή και εκπνοή στον ίδιο αδρανή ρυθμό.

Μάταια αναζητώ εκείνο το «τικ τακ, τικ τακ» που άκουγα από το στέρνο μου τα παιδικά βράδια που αργούσε να με πάρει ο ύπνος.. Μεγάλωσα.. Μεγάλωσα πολύ και βιαστικά. Και μάλλον αυτή η ησυχία είναι η τιμωρία μου.. Θέλω να γυρίσω πλευρό για να ακούσω τον ήχο της ύπαρξής μου, αλλά νιώθω πως το μαξιλάρι έχει γίνει πια κομμάτι του προσώπου μου.

Οι ανάσες μου εξάτμισαν την οσμή της λεβάντας και έμεινε απλά ένα τραχύ πανί στο σχήμα του προφίλ μου.. Ακινητοποιημένο πάνω στο μάγουλό μου.. Θέλω να σηκωθώ, να φύγω από αυτήν οριζόντια θέση της λύπης. Αλλά το μαξιλάρι έχει γίνει ένα υφασμάτινο βαρίδιο κολλημένο στο δέρμα μου. Εγκλωβίστηκα.. Κι όσο αναπνέω πιο γρήγορα στην προσπάθειά μου να ελευθερωθώ, τόσο τα μόρια του οξυγόνου με προσκολλούν ακόμα περισσότερο στο αλύγιστο νηματοειδές κάλυμμα.

Παραιτούμαι. Καταλαβαίνω πως έκανα λάθος που χάθηκα για τόσες ώρες σε εκείνες τις πλαγιές με τις ηλιόλουστες λεβάντες… Σε εκείνες τις μικρές κι αδύναμες αγάπες.. Δεν έπρεπε ποτέ να επιστρέψω στην ανάμνηση εκείνου του καλοκαιρινού πλάσματος με το σκισμένο λευκό φόρεμα και τα μικρά μωβ λουλούδια μπλεγμένα στα μαλλιά… Η αναδρομή στον παλιό μου εαυτό με κάνει πάντα ανυπεράσπιστη.

Πονάω που δε βλέπω πάνω μου τίποτα από εκείνη την εικόνα.. Ξέφτισε, έσβησε, πέθανε…; Έχουν μείνει μόνον οι αργές -πια- αναπνοές μου συραμμένες σε έναν άοσμο υφασμάτινο όγκο.. Λυπάμαι βαθιά για όλα όσα έπαψα να είμαι.. Για όλα όσα δεν κατάφερα να παραμείνω.. Νιώθω τόσο αδύναμη που δεν μπορώ να αντισταθώ σ’ αυτή την οδυνηρή νοσταλγία.. Κι αφού δεν μπορώ να γυρίσω τον χρόνο πίσω, μπορώ μόνο να κλαίω για να ξορκίσω τις ενοχές μου..

Καυτές σταγόνες από τα ακίνητα μάτια μου τρυπώνουν ανάμεσα στην σάρκα και το κοκαλωμένο μαξιλάρι με τις διαστάσεις της πλαϊνής όψης μου.. Ένα ρυάκι από τα αφυδατωμένα όνειρά μου εκβάλλει άηχα στο αποξηραμένο προσκέφαλό μου… Αχνίζει παντού μια ακατανίκητη μυρωδιά λεβάντας… Τα δάκρυά μου μουσκεύουν την υφασμάτινη πρόσοψη και την αποκολλούν σαν ανολοκλήρωτο γύψινο προσωπείο από το ημισφαίριο της επιδερμίδας μου…

Lavender_Wiki

Το μαξιλάρι έγινε πάλι ένας άμορφος σάκος από βαμβάκι και πούπουλα.. Κανένα ίχνος δικό μου, καμία ρυτίδα, κανένα τσαλάκωμα.. Τίποτα που να μαρτυρά την αυτο-παγίδευσή μου.. Αποφυλακίστηκε το πρόσωπο μου.. Κι έμειναν μόνον τέσσερις πυρακτωμένες δαχτυλιές πάνω στο μάγουλό μου από το υλικό που συνθλίβω για χρόνια μέσα μου: Εκείνο το μπουκέτο λεβάντα που έχασα για πάντα ένα φθινόπωρο της νεότητάς μου.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *