ΜΑΡΑΜΠΟΥ

Κάποτε σε ένα μακρινό παρελθόν ή σε κάποιο σύντομο μέλλον,
θα φυτρώσουν φτερά στα χέρια και στους ώμους μας,
φτερά πολύχρωμα και ράμφος κίτρινο σα του Μαραμπού
και θα πετάξουμε με την θολή κραυγή μας μακριά,
μακριά από τον φοίνικα της θλίψης,
το φοίνικα με τις χνουδωτές καρύδες, σε αυτή την εγκαταλειμμένη όαση,
την όαση που μοιάζει με παραίσθηση στο κέντρο αυτής της ερήμου.

Και θα πετάξουμε μακριά σε σχηματισμό,
μακριά σε εκείνα τα καλοκαίρια που ορφάνεξε η ανάμνηση,
η ανάμνηση που πότε σα ψίχουλο περιμένει στην άκρη του δρόμου με την σκόνη
και πότε σαν ένα πράσινο κομμάτι γυαλιού που ξέβρασε η θάλασσα.
Εκεί πάντα θα είναι και θα περιμένει έναν άνθρωπο-πτηνό να τον κανεί δικό του,
ποτε κουβαλώντας τον στο στομάχι της
και πότε να τον εναποθέσει στην -από στάχυα φωλιά του- σαν λάφυρο, όπως τα κοράκια.

Όταν θα χορτάσουμε την ανάμνηση,
σε εκείνο το αυγουστιάτικο ηλιοβασίλεμα
που ο ήλιος βάζει φωτιά στο βουνό καθώς βουτάει σε αργή κίνηση στον ορίζοντα,
θα γίνουμε σκονη με φόντο το λευκό εκκλησάκι με τον -σαν από κύμα- τρούλο.
Θα γίνουμε αστεροσκονή που -σαν βεγγαλικό αφου σκορπιστεί στον ουρανό-
θα γεμίσει τα θαλάμια με χρώμα σαν το χρώμα από τα φτερά μας.


Γράφει ο Γιώργος Μαθιουδάκης.

strangest-birds-world-marabou-stork_0

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *