Ο ΜΑΥΡΟΠΕΤΡΙΤΗΣ

Ήθελα να μιλήσω.
Ήθελα να σου μιλήσω κι εσύ ήθελα μόνο να ακούσεις.
Πόσο μόνες οι λέξεις, πόσο άτιμες οι σημασίες: υποθάλπονται κάτω από τα πέπλα της λήθης.

Κι όμως, οι άμυνες είναι ξεκάθαρες.

Κάθομαι μπρος στον καθρέφτη και γελάω με το «φαίνεσθαι». Το δικό μου.
Ήθελα να σου πω πως έφυγε.
Έχω την ανάγκη να κινηθώ μέσα στα συντρίμμια σου και να στο καταστήσω σαφές, με επισημότητα και με θάρρος.
(Μου λείπει η άνω τελεία. Είναι τόσο χρήσιμη που σιχαίνομαι όλο και περισσότερο τα εισαγωγικά.)

και με συγχωρείς, κατά βάθος, που με πήρε σβάρνα τούτο το ενδόμυχο «θέλω», να μπορέσω να ουρλιάξω με τα πλάγια γράμματα…

Ξαφνικά, ήθελα να μιλήσω.
Η σιωπή μου κράτησε πολύν καιρόν, καβαφικό καιρό, υποδόριο.

Φόρεσα πολλές μάσκες εν γνώσει μου. Δε με κατηγορώ.
Οι άμυνες είναι ξεκάθαρες κι όμως, μέσα στο τείχος της απληγωσιάς (δική μου και μόνη λέξη) αποφάσισα με τη δύναμη της ψυχής μου, να σε ελευθερώσω.

Όλες οι δυστυχίες ελευθερώνονται, μοιάζουν με κύματα θερμά,
ενέργειας ή Θεού,
που σπάνε και τα τελευταία προπύργια.
Κι είμαι από μέσα,
ελεύθερη πολιορκημένη,
εις αύριον ζωντανή και παραδομένη, σε αυτό το δώρο της ζωής που ακούγεται ως το διακρότημα των συχνοτήτων μας.
Όλοι οι άνθρωποι, μαζί ανασαίνουμε βλέπεις.

Θέλω να μιλήσω, γιατί πολύ σε άφησα να πιστεύεις πως η δύναμη είναι η σιωπή μου.
Για μένα πάντα η δύναμη είναι οι λέξεις…
Είναι το προσευχητάρι μου,
το «Άγιον Όρος» μου.
Η μαύρη μου πυγμή πάνω στο συνονθύλευμα των άσπρων σου επιθυμιών.

Κι ό,τι ήθελα να γράψω για ένα γεράκι, δέσμιο των φτερουγισμάτων του.

Κι έγραψα (άνω τελεία), μη νομίζεις ότι το παράτησα.

«Ο Μαυροπετρίτης

Πετούσα ψηλά κοιτώντας όλη την πλάση.
Η σπαρμένη γη και τα βουνά, η θάλασσα, τα ξερονήσια
Είμαι γεράκι, σκέφτηκα, λέφτερο

Απόκαμα σε ένα κλαδί να ξαποστάσω
είχα να κυνηγήσω μα ένιωθα συμπόνια
ένιωθα αδύναμος κι αποκαμωμένος.
Εφορμούσα κάθετα, μα τίποτα
Με είχε συνεπάρει ο ίδιος ο αέρας

Είμαι γεράκι, σκέφτηκα, λέφτερο

Σαν ο ήλιος βρέθηκε μπρος μου
ανέβηκα ψηλοτερα
με ειχε συνεπάρει η ζέση και η φόρα

στα φτερά μου κουβαλουσα μονάχα τη φύση μου
Κι ενιωσα, ξαφνικά, σαν ένα αποκαΐδι που ξεδρόμισε.
Είμαι ο Μαυροπετρίτης,

χαράσω τη μέρα άσπρη. Κι όχι λευκή.

Και καμία ποίηση της πλάσης, καμιά ελευθερία δε γράφεται στα φτερά μου»

Ήθελα να το διαβασεις, μα ένιωσα, ξαφνικά, πως καμία σημασία δεν έχουν οι λέξεις μου

Κουλουριάστηκα χάμω

Ο αέρας με κύκλωνε ολούθε

Κι είναι το βάρος του καθόλου άβολο, γνωστό από τη γέννα μου

κι αν νιώθω ελεύθερη πια
είναι γιατί είσαι ένα με τον αέρα.
________________________________________
Γράφει η Δήμητρα Διαμαντίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *