ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΣΤΟ ΠΑΤΩΜΑ

Βρήκα να φορέσω ένα ρούχο παλιό, ένα που κάποτε μου ταίριαζε.
Είχα ετοιμαστεί και ήμουν σίγουρη ότι θα σου αρέσω.
Μια τελευταία ματιά στον καθρέπτη και η διάθεσή μου γκρεμίστηκε.
Σαν τη στοίβα με τα ρούχα που σιδέρωνα ψες.
Ήξερα πως θα πέσουν κι όμως έβαζα κι άλλα.
Σωριάστηκαν στο πάτωμα κι ο κόπος μου πήγε χαμένος.

Και τώρα, μια μικρή κλωστή που πετάει απ’ το παλιό μου ρούχο είναι
εκείνη που μου θυμίζει πως τίποτα δε μένει το ίδιο. Το ρούχο αυτό δεν κάνει πια.
Φαίνονται τα ψεγάδια του αλλά και τα δικά μου.
Ίσως … αν δεν είχα κοιταχτεί στον καθρέπτη να’ ταν καλύτερα τώρα.
Ίσως αν είχα τραβήξει την κλωστή προς τα μέσα και την είχα κρύψει.
Ίσως. Αν είχα προσπαθήσει…

Μα πού πήγαινα; Να ξεχυθώ στους δρόμους με μια ελπίδα.
Ελπίδα πως θα σε συναντήσω! Πως δεν θα προσέξεις τις κλωστές και τα ψεγάδια.
Πως θα σου αρέσω. Πως δεν θα μάθαινες για τα ρούχα στο πάτωμα.
Αυτά που μάζεψα σε μια αγκαλιά και τα πέταξα στην καρέκλα με μιας.

Σ’ έχω φανταστεί να κάθεσαι εκεί. Στην καρέκλα. Χωρίς τα ρούχα.
Και δεν εννοώ τα δικά σου. Μη με παρεξηγεις. Λέω για τα δικά μου ρούχα.
Λέω για το κουβάρι που’ χε ξαπλώσει νωρίτερα στο σαλόνι.
Θα διαλέξω ένα φόρεμα από δαύτα και θα χορέψω μονάχη στο χώρο.
Ένα χρωματιστό με κίνηση. Κι εσύ θα κάθεσαι εκεί. Στην καρέκλα.

Έχω επισκέψεις. Δεν θα βγω τελικά.
____________________________________________________________________
Γράφει η Βίκυ Χύτα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *