ΥΠΟ ΤΟ ΠΡΙΣΜΑ

«Τα βουνά έχουν ψηλώσει πια για μένα, εσείς τώρα πρέπει να τα ανεβείτε»

Συν-πεζοπόρος κάπου στο Δυτικό Μαίναλο, ετών 70

Υπό το πρίσμα της άνοιξης, βρέθηκα μπροστά σε μία ανεμώνα.

Ήταν κατακόκκινη και ψηλή, λεπτή, κεχαριτωμένη.

Κομμένη από τη ρίζα της

Μου φάνηκε κάπως βασανισμένη κι όταν γύρισα στο σπίτι πότισα την ορχιδέα μου με ευλάβεια μυστική.

Ένιωσα, τότε, τον αέρα μέσα στο σαλόνι να την αγκαλιάζει,

θαρρείς και το πρόσταγμα ήταν ολόκληρη η φύση να συμπεριφερθεί σαν μάνα.

Υπό το πρίσμα της άνοιξης, κρατώντας πολύ προσεκτικά την επιθυμία μου,

Έσκυψα και την φίλησα.

Η ορχιδέα μου χαμογέλασε, είμαι σχεδόν σίγουρη πως χάρηκε βαθιά.

Κι εγώ γαλήνεψα, υπό το πρίσμα της άνοιξης.

Κι ας βρέθηκα στα προχθές σε μια χιονισμένη πλαγιά.

Ο χειμώνας, ένιωθα, πως είχε ήδη χάσει.

Η οργή μου είχε καταλαγιάσει,

κι έφτανε μόνον αυτό το βουνό να τη δαμάσει

Να με δαμάσει,

κι ας ανέμιζαν τα μαλλιά μου κι η ελευθερία μου.

Να με δαμάσει στους σχετικούς αυτούς χρόνους που πολεμάω να ζήσω.

Γυρίζω πίσω συχνά σε μια νύχτα, πριν 16 χρόνια,

Δεν ξέρω τι με φέρνει εκεί.

Σε μια νύχτα που ενώθηκα με τον εαυτό μου,

Σε μια νύχτα που πέθανα κι αναστήθηκα,

κι ένιωσα πως το μηδέν είμαι εγώ.

Η πρώτη στιγμή ελευθερίας

Η μέρα της δικής μου ανεξαρτησίας.

Στα 17, μια νύχτα σαν όλες τις άλλες,

τότε που υποσχέθηκα πως αν μη τι άλλο,

θα σκοτώσω τις λέξεις,

τότε που υποσχέθηκα πως θα τα σκίσω όλα.

Βλέπετε ακόμη έγραφα σε χαρτί και έτσι,

βαρύγδουπα,

αποτελείωσα την ένωση.

Επέστρεφε, κάθε νύχτα,

στον πυρήνα της

κι έμοιαζε σαν να ζούσε το κάθε τέλος,

κάπως βασανισμένη,

μα ακόμη όρθια κι αγέρωχη,

ζωντανή κι ερωτευμένη με το κάθε λάθος.

Επέστρεφε, στη ζεστασιά μιας άγνωστης φίλης,

Επέστρεφε στη γνώση και στον εαυτό της.


γράφει η Δήμητρα Διαμαντίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *