7′ 16″

Τα εμπόδια που βρίσκω
Είναι μυρηκαστικά κι
Άλλες φορες πολεμοφόδια.
Χανομαι διακριτικά στις σκέψεις
Κι η κοπέλα απέναντί μου στο μετρό
Με κοιτάζει με ανία

Νιώθω τα πόδια μου στη γη, τους δρόμους άδειους
Νιωθω τα κτίρια γυμνά, οι φωτεινές επιγραφές σβηστές
Η πόλη μοιράζει σιωπή

Μέσα στους εκκωφαντικούς θορύβους και στις μέρες που κατρακυλούν,
Η πόλη μοιράζει το κορμί της
Σαν απογευματινή ερωμένη
Απλωμένη σε ιδρωμένα σεντόνια

Τι κι αν πολέμησα φανταστικούς εχθρούς
Τί κι αν είχα φανταστικούς φίλους
Η μυρωδιά του αληθινού
Απλώνεται πάνω στην πλάση
Σαν το κουφάρι τριών ημερών
Σαν τις διορθώσεις πάνω στις λέξεις

Τα κουφάρια των λέξεων
Τα κουφάρια απο τις μνήμες τις απύθμενες
Σαν απο πάντα στη στιγμή μηδέν
Στο κλάμα το παιδικό και γοερό
Έκει στέκομαι
Κι η πόλη απο κάτω
Με το θράσος της ζωής
Απλώνεται
Μονάχη
Οπως κι εγώ.

Ξεκίνησα να γράψω κι όμως
Μονάχα ο χρόνος ξέρει τί θελω να πω
Και νιώθω νικημένη και νικήτρια
Ακούς;
Ακατάδεκτη και γραφική
Σε Αυτη την άβολη θέση

Ακουω την ωδη στη χαρα
Και στέκομαι
Στο 7′ 16»
_____________________________
γράφει η Δήμητρα Διαμαντίδου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *